🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποκαθαρτήρας
αποκαθαρτήρας
(-ηρος) ο воен.
банник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
банник
? —
αποκαθαρτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποκαθαρτήρας
? — банник
#
(ново)греческий словарь
—
δημοκοπία
—
γυναικάς
—
καλά
—
γλωσσάδικο
—
αιώνας
—
απολιγαίνω
—
υδατομετρικός
—
δενδροκαλλιέργεια
—
κυλινδρωτός
—
υποκαθίσταμαι
—
παπλωματάδικο
—
νεκρολατρεία
—
μοναστηράκι
—
εξάτομος
—
ανεμοσκόρπιστος
—
σκουντάω
—
διαφέντεψη
—
περιπάθεια
—
καρβουναρειό
—
ερρέτω
—
μελωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω