🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντιφάρμακο
αντιφάρμακο
το прям., перен.
противоядие; средство против
чего-л.
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
противоядие
? —
αντιφάρμακο
как на
(ново)греческом
будет слово
средство против
? —
αντιφάρμακο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντιφάρμακο
? — противоядие, средство против
#
(ново)греческий словарь
—
τυποποιία
—
σποριαρικος
—
παραφυλάσσω
—
εκνευριστικά
—
ζενιθιακός
—
καλοπληρώνω
—
μιλλέτι
—
πρωτογένεια
—
εξήφθην
—
εγκοίλια
—
καβαλιέρος
—
θεμελιώνω
—
ανθόσπαρτος
—
νεκροπομπός
—
μαρμαρένιος
—
υποτιτλισμός
—
ζούρα
—
απροσκάλεστος
—
ευχή
—
μπουρνούζι
—
θρησκευτικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω