🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαστρονομικός
γαστρονομικός
1)
гастрономический
;
2)
кулинарный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гастрономический
? —
γαστρονομικός
как на
(ново)греческом
будет слово
кулинарный
? —
γαστρονομικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαστρονομικός
? — гастрономический, кулинарный
#
(ново)греческий словарь
—
δεκάχρονος
—
κατακλέβω
—
κατηφής
—
τετράκις
—
εμπερίστατος
—
αποξεχνώ
—
ατομιστρια
—
εβλήθην
—
ζημιάρης
—
καταλύσιμος
—
απρόσκοπτα
—
τεμαχισμός
—
κρυοπάγημα
—
αναδρομή
—
ταμένος
—
ακίνητος
—
τσάντα
—
επώθηση
—
ψύχος
—
αναδιφώ
—
τίγρη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω