🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θειωτήρας
θειωτήρας
(-ήρος) ο
опыливатель, аппарат для опыливання серой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
опыливатель
? —
θειωτήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
аппарат для опыливання серой
? —
θειωτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
θειωτήρας
? — опыливатель, аппарат для опыливання серой
#
(ново)греческий словарь
—
εξατμιστός
—
γυναικοφιλία
—
γκαζομηχανή
—
χρυσαφύς
—
ρήμα
—
κουζουλαίνω
—
διασώστρια
—
μισογυνία
—
αναιδής
—
αγιοταφίτισσα
—
κοζάκα
—
τυροποίηση
—
αποτελεσματικά
—
πρωτάρα
—
υποσημειούμαι
—
αποκριανός
—
παραδόπιστος
—
ευλόγηση
—
παρατηρητήριο
—
ναυτιλιακός
—
αποδυναμωτικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω