🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διψασμένος
διψασμέν|ος
томимый жаждой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
томимый жаждой
? —
διψασμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
διψασμένος
? — томимый жаждой
#
(ново)греческий словарь
—
ανάμιχτα
—
ευρεσίτεχνο
—
καμωμένος
—
φορολογούμενος
—
μελιτζανάκι
—
θυμιάτισμα
—
αγροχημεία
—
μανουβράρισμα
—
αντισπασμωδικός
—
ετερόσημος
—
βαστάγι
—
εργοδοτικός
—
υπνογένεια
—
υποταγή
—
κατακρεούργηση
—
τάζω
—
ενήφθην
—
Ζωή
—
ποδοβολητό
—
κονσουμασιονίστ
—
σφερδούκλας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω