🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διερράγην
διερράγην
παθ. αόρ. от διαρρηγνύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διερράγην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ύπαιθρο
—
ψυχομαχώ
—
φτωχολάζαρος
—
περίπτερο
—
μυς
—
ευφυολογώ
—
νευρόσπαστο
—
βία
—
ισχυρισμός
—
αφρολόγος
—
στάλος
—
κεντημένος
—
διασημαίνω
—
αναζωπυρώ
—
εξόφθαλμος
—
ξυλοκαστέλλιο
—
απεσταλμένος
—
γεωργήσιμος
—
κακομεταχείριση
—
βασιλεία
—
μακροπαράληκτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω