🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξαρμοστήρας
εξαρμοστήρας
ο
инструмент для демонтирования
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
инструмент для демонтирования
? —
εξαρμοστήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξαρμοστήρας
? — инструмент для демонтирования
#
(ново)греческий словарь
—
υποτροφία
—
ονάριο
—
διεκδίκηση
—
σκουληκότρυπα
—
κατεπείγον
—
μισθοδοτούμαι
—
τουρκομερίτικος
—
βεραντάκι
—
ανισόρροπα
—
κωλάκος
—
μολυντήρι
—
προγενέστερος
—
διδάσκω
—
παντζούρι
—
αγίασμα
—
αστερίσκος
—
άς
—
ακούω
—
άζωος
—
αυτοκάλεστος
—
αμετρολογία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω