🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκατοντάδραχμος
εκατοντάδραχμ|ος
стодрахмовый
;
~οι ομολογίαι — [phrase]облигации стоимостью в сто драхм каждая[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стодрахмовый
? —
εκατοντάδραχμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκατοντάδραχμος
? — стодрахмовый
#
(ново)греческий словарь
—
κεντρικά
—
σύλησις
—
έχιδνα
—
κοινώς
—
χρησιμότητα
—
διψώ
—
ακατάστατος
—
κοπελλούδα
—
χρηματαγορά
—
ρώτημα
—
πασσαλείβω
—
πατσιά
—
άρριφτος
—
αναλφαβητισμός
—
διαπερνώ
—
ξεγελώ
—
μίτος
—
κομποσχοίνι
—
κοτσύφι
—
κεκηρυγμένος
—
ειρηνεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω