🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εσωκομματικός
εσωκομματικός
внутрипартийный
;
~ή δημοκρατία — внутрипартийная демократия
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
внутрипартийный
? —
εσωκομματικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εσωκομματικός
? — внутрипартийный
#
(ново)греческий словарь
—
εποίκιση
—
υδρομέδουσα
—
πλάτανος
—
μενεξελί
—
φαρμακόγλωσσα
—
ρωσομαθής
—
μονάρχης
—
βλαισός
—
Επτάνησα
—
αυτανάπτυξη
—
κτητορικός
—
ταμιευτήριο
—
λούφφα
—
τσιρλητό
—
ρινοφάρυγγας
—
κρίνο
—
συγκαταρίθμησις
—
βραζιλιανός
—
έμνοστος
—
τσίμπλα
—
προσανατολίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω