🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιχμαλωτίζομαι
αιχμαλωτίζομαι
попадать в плен
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
попадать в плен
? —
αιχμαλωτίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιχμαλωτίζομαι
? — попадать в плен
#
(ново)греческий словарь
—
νίτρο
—
στυπειοθλίπτης
—
πιανιστικός
—
εμπεποτισμένος
—
χαλυβοβιομηχανία
—
κένωση
—
αβδηρντχσμός
—
επιστέγασμα
—
Μαυροκέφαλος
—
ασχήμια
—
αμαζόνιος
—
ακεραιότητα
—
καλογερόπαιδο
—
μπατάλικος
—
ερυθρινος
—
πτελέϊνος
—
πρασινίζω
—
συντηρητισμός
—
γνέφω
—
γεροντάκι
—
λιθόκολλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω