🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αφιλοτίμητος
αφιλοτίμητ|ος
бессовестный
(лёгкий упрёк);
βρέ ~ε, γιατί δέν έρχεσαι νά μας βλέπεις! — [phrase]ты что же, бессовестный, не приходишь нас навестить![/phrase]
;
===
τόν ~ο, μπόι πού τώ κανε! — [phrase]как он вырос![/phrase]
;
βρέ τήν ~η ομορφιές πού τίς έχει! — [phrase]смотри какая она красавица![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бессовестный
? —
αφιλοτίμητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αφιλοτίμητος
? — бессовестный
#
(ново)греческий словарь
—
μαϊμούδισμα
—
κτένι
—
διήγημα
—
έρμα
—
κακογεννάω
—
παρηγοριά
—
τροβαδούρος
—
υστερορραγία
—
πορεύω
—
ζώ
—
επιχωμάτωση
—
καραγκιοζλίδικος
—
κοντέσσα
—
γιούλι
—
μεσοχείμωνο
—
διαυλακίζω
—
εξολόθρεμα
—
αμπελιάτικα
—
τριτεξάδελφος
—
θέρισμα
—
κομπώτρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω