🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμελκτικός
αμελκτικός
доильный
;
~ή μηχανή — доильный аппарат
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
доильный
? —
αμελκτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμελκτικός
? — доильный
#
(ново)греческий словарь
—
δυσφημίζω
—
πελαγώνω
—
γουστάρω
—
έμπροσθεν
—
αλαφραίνω
—
διακαίομαι
—
ανυπόστατα
—
ναυαγοσωστικός
—
μαντάλωμα
—
ανακατωτός
—
συσσιτολόγιο
—
πλάνο
—
διαγραφείς
—
κούρσον
—
κλινοσκέπασμα
—
μαρμαροειδής
—
μηχανότρατα
—
κογκάρδα
—
καζάντισμα
—
άκομπανιαρισμα
—
κάππαρη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω