🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαιευτήριο
μαιευτήριο
Роддом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαιευτήριο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εποχέτευσις
—
πρωθυπουργικός
—
αυλητρίς
—
ηλιοτυπία
—
διαπρεπής
—
λεβεντόγρια
—
κτένισμα
—
προδίνω
—
καλλιστείο
—
γυναικομανής
—
ελικοτρύπανον
—
μαρμαροκολώνα
—
άδουλος
—
κρίμα
—
κοπρισιά
—
φαμελίτης
—
αρτηριοσκληρία
—
ζευλόράμμα
—
εκλαμψία
—
φαγεντιανός
—
μαγκατζής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω