🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πυθμένας
πυθμένας
ο
дно, днище
;
ως τόν ~α — до дна
;
μέ δυό ~ς — с двойным дном
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дно
? —
πυθμένας
как на
(ново)греческом
будет слово
днище
? —
πυθμένας
как с
(ново)греческого
переводится слово
πυθμένας
? — дно, днище
#
(ново)греческий словарь
—
ιστιόρραμμα
—
ο
—
στουμπίζω
—
κακοβλέπω
—
επαρχιώτης
—
χρονομετρία
—
κούρσος
—
υποταγή
—
σκοτιδιάζω
—
ευκολοκυρίευτος
—
Γιουγκοσλάβα
—
καμάκισμα
—
απραγιά
—
παντοπώλης
—
εσωθικά
—
επιμελητεία
—
οινεμπόριον
—
άνθος
—
εγγυημένος
—
Ισλανδία
—
απολάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω