🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρεβατωμένος
κρεβατωμέν|ος
лежачий больной
;
είμαι ~ — лежать в постели (о больном)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лежачий больной
? —
κρεβατωμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρεβατωμένος
? — лежачий больной
#
(ново)греческий словарь
—
απάλιωτος
—
μαυροκίτρινος
—
ανθρωπιστικός
—
ρωσομαθής
—
φταρμίζω
—
αξύλευτος
—
σοκολατούχος
—
αξιοκαταφρόνητος
—
test2
—
Φώτης
—
διασπάθιση
—
αμηχανώ
—
σηματοδοτώ
—
γουρουνίσιος
—
ποδοπάτημα
—
χωρητικότητα
—
μπογάτσα
—
τυπωθήτω
—
ραμφόμορφος
—
σλαυισμός
—
εβδομάδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω