🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οστάριο
οστάριο
το анат.
косточка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
косточка
? —
οστάριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
οστάριο
? — косточка
#
(ново)греческий словарь
—
επιχειρησιακός
—
τράπουλα
—
νεσεσσαέρ
—
γνοιαστικός
—
διαδοχικός
—
έγκαιρος
—
καταβιβάζω
—
σχεδιομανία
—
γαμπρίζω
—
προμηθευτικός
—
κοπροσκυλιάζω
—
μεταλαμβάνω
—
ζουμπερέκι
—
δούκισσα
—
βεργιά
—
μαγνολία
—
όντως
—
μετοικώ
—
διμηνίτικος
—
φθινοπωριάτικος
—
σπάλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω