🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πανύψηλος
πανύψηλος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πανύψηλος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πρωτάρικος
—
οργός
—
δαχτυλογραφώ
—
βαλλιπέδιον
—
εμφρακτικός
—
κατευόδιο
—
αταχτοποίητος
—
τάξιμο
—
αναπόδειχτος
—
άστρο
—
εξαιρέσιμος
—
ασχημάδι
—
δέλφινας
—
θομάζω
—
ανέβασμα
—
κλαυθμηρός
—
ακατανίκητος
—
επικράτηση
—
απόκοττα
—
λησμονημένος
—
πισσοτήρ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω