🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρματομαχώ
αρματομαχώ
вести танковый бой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вести танковый бой
? —
αρματομαχώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρματομαχώ
? — вести танковый бой
#
(ново)греческий словарь
—
φιδοσέρνομαι
—
απόφλουδο
—
αμπελουργώ
—
απάκτωτος
—
υπερτονικός
—
εργαλειομηχανή
—
κατοικοδημότις
—
γγιάω
—
συνεκδοχή
—
φωταγώγία
—
προσέρχομαι
—
θαρραλέα
—
μικροχημεία
—
οδοντοϊατρός
—
ανταγωνίστρια
—
πεζοδρόμιο
—
ακοίμιστος
—
χαλκοτύπος
—
εναντιοπαθής
—
ευφρόσυνος
—
αρκτόδερμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω