🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλατσουλίζω
πλατσουλίζω
шлёпать
(по воде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шлёпать
? —
πλατσουλίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλατσουλίζω
? — шлёпать
#
(ново)греческий словарь
—
σπόγγος
—
εσωθικά
—
αφελής
—
ανθυπόνομος
—
τσύνουρο
—
χιονοβόλημα
—
άλυσος
—
γεννητικότητα
—
άβυθος
—
αφόρτιστος
—
ελατόπισσα
—
ζυμοειδής
—
ξώφαλσα
—
κακοπαντρεύω
—
εκατόμβη
—
περιστρέφομαι
—
φουντώνω
—
αθάμαχτος
—
πρόστηση
—
ουδέτερα
—
μεταβλητός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω