🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξεροτρώγω
ξεροτρώγω
(αόρ. ξερόφαγα)
есть всухомятку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
есть всухомятку
? —
ξεροτρώγω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεροτρώγω
? — есть всухомятку
#
(ново)греческий словарь
—
πυελοκυστίτιδα
—
κτηνοτροφή
—
βουρδούλακας
—
επινεφριδίτιδα
—
αρπάζομαι
—
πειθάρχηση
—
χαζογελώ
—
τουρκοφάσουλο
—
μομιοποίηση
—
απρόσβατος
—
επερχόμενον
—
μεταβλητός
—
καψάθρα
—
περιστεριδεύς
—
καμωματού
—
βρογχισμός
—
κερκοφόρος
—
διογκώνομαι
—
διγώνιος
—
βαλκανιονίκης
—
εκχυδαΐζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω