🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρριβίστρια
αρριβίστρια
η 1)
карьеристка
;
2)
авантюристка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
карьеристка
? —
αρριβίστρια
как на
(ново)греческом
будет слово
авантюристка
? —
αρριβίστρια
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρριβίστρια
? — карьеристка, авантюристка
#
(ново)греческий словарь
—
δαιμονιότης
—
φαιδρυντικός
—
αφροδισιακός
—
ξύπνος
—
κεραμίδα
—
επαΐοντες
—
εμπύρευση
—
εξτρεμιστής
—
υποζύγιος
—
απλωτοριά
—
εξημερώσιμος
—
νευρωτικός
—
γραφικότητα
—
αμφιθαλής
—
συναγρίδα
—
κοσμοθεωρητική
—
θαλασσοπνίξιμο
—
οργανοθεραπεία
—
άβολα
—
ζυμώνω
—
νομάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω