🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ηγέρθην
ηγέρθην
παθ. αόρ. от εγείρω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ηγέρθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μωρέ
—
παπλωματάδικο
—
καρμπολάχανο
—
αναβλάστηση
—
δημοσιογραφία
—
τοματοπολτός
—
κεράτινος
—
κρύβομαι
—
θυμηδία
—
ανελαστικότητα
—
χοώδης
—
κρασοπότι
—
ασυγκινησιά
—
διαπίστευμα
—
γεώτρηση
—
ζίζυφος
—
μυτερός
—
νυστέρι
—
μελισσούλα
—
εκσκαφή
—
μήνας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω