🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξοχικός
εξοχικός
загородный
;
~ό σπίτι — дача
;
~ό κέντρο — загородный ресторан; загородное кафе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
загородный
? —
εξοχικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξοχικός
? — загородный
#
(ново)греческий словарь
—
μπανιάρισμα
—
επηρεάζω
—
ανέπτην
—
αβανγκαρντισμός
—
βούκκα
—
φωσφοριζέ
—
ξεγνοιάζομαι
—
αναγκαιότητα
—
σπλήνας
—
τοξικοφόρος
—
κοοδουνίζω
—
πρόοδος
—
τουρκοφάγος
—
φιλεδάκι
—
επαν-
—
πολύτομος
—
φαυλοκράτης
—
δινώ
—
λειτούργημα
—
γδαρτός
—
εμμηνοληξία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω