🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επισκηπτικός
επισκηπτικός
обрушивающийся
;
~ή βολή — воен. навесный огонь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обрушивающийся
? —
επισκηπτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
επισκηπτικός
? — обрушивающийся
#
(ново)греческий словарь
—
ενημερωμένος
—
εξημέρωση
—
ανταγωγή
—
πλακοστρωμένος
—
οινοπνευματοποιός
—
ιστιοφορώ
—
βροχόπτωση
—
μέγιστα
—
βαθμοθέτηση
—
λογικότητα
—
μάλαθρο
—
υποχώρηση
—
κωλομέρι
—
Κυπραία
—
μονιάς
—
αστοχασιά
—
αναφαίνομαι
—
κουτορνίθι
—
χαρτονένιος
—
βορείως
—
πολφικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω