🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τερπνότητα
τερπνότητα
η
удовольствие; приятность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
удовольствие
? —
τερπνότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
приятность
? —
τερπνότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
τερπνότητα
? — удовольствие, приятность
#
(ново)греческий словарь
—
λαγίνα
—
ευρωτιώ
—
στενοχωρούμαι
—
δεκαδικότητα
—
Άμμων
—
αλληλοφθονούμαι
—
κοράκι
—
παχύδερμος
—
πλαδαρότητα
—
ντερβέναγας
—
ανταρτόπληκτος
—
υαλοπίνακας
—
πλέγμα
—
αποστηθίζω
—
φουρκάλι
—
ξυλόλιθος
—
εργογράφος
—
επανεκδίδω
—
ξομολόγος
—
αερόσφαιρα
—
ξορκισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω