🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαστροεντερικός
γαστροεντερικός
мед.
желудочно-кишечный
;
~ σωλήν — желудочно-кишечный тракт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
желудочно-кишечный
? —
γαστροεντερικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαστροεντερικός
? — желудочно-кишечный
#
(ново)греческий словарь
—
κατάστηθα
—
αστός
—
μεντούρι
—
απόγυρος
—
αμφίστροφος
—
σμυριδοφύλακας
—
ανενημέρωτος
—
χηνάρης
—
ξαφορμίζω
—
ραιβοσκελία
—
δευτερογενής
—
αποκυλιέμαι
—
μπογιαντισμένος
—
προϊδέαση
—
προβιβάζομαι
—
μειοψηφία
—
αραποσυκιά
—
οδύσσεια
—
ατύφλωτος
—
φλομωμένος
—
υφηβικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω