🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καρυοειδής
καρυοειδ|ής
похожий на орех
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
похожий на орех
? —
καρυοειδής
как с
(ново)греческого
переводится слово
καρυοειδής
? — похожий на орех
#
(ново)греческий словарь
—
αγυόπαις
—
εύληπτος
—
στενόκαρδος
—
σωφρονιστήριο
—
θεσμοθεσία
—
ρημαδιακός
—
ανεπίκαιρος
—
αλογοτόμαρο
—
ματαρχάω
—
γλυκόξανθος
—
οχυρωματικός
—
άβαπτος
—
σωματειακός
—
δεκοεννεαετής
—
μετρητής
—
παραφυάδα
—
δάνεισμα
—
πειραματιστής
—
αγιόρταστος
—
ερυθροχίτων
—
ασύδοτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω