🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συλλαβιστικός
συλλαβιστικός
относящийся к делению на слоги
;
~ή μέθοδος αναγνώσεως — метод чтения по слогам
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к делению на слоги
? —
συλλαβιστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
συλλαβιστικός
? — относящийся к делению на слоги
#
(ново)греческий словарь
—
αβιομηχάνιστος
—
εξέχω
—
βάτος
—
χοντρόπανο
—
χαρουπιά
—
διψαστικός
—
πρωτεία
—
ασπριστής
—
τοιχωρυχος
—
αλεύκαστος
—
παραλιακά
—
προπερυσινός
—
σεκλέτισμα
—
εκκλησιασμός
—
επόμενο
—
επιστήθιον
—
διακωμώδηση
—
γυρισμός
—
αβαθμολόγητος
—
ατμολουτήρας
—
καλοκαιριάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω