🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οδοντιατρικός
οδοντιατρικός
зубоврачебный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
зубоврачебный
? —
οδοντιατρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
οδοντιατρικός
? — зубоврачебный
#
(ново)греческий словарь
—
μαλαθράκι
—
προσκυνήτρα
—
ζέβομαι
—
συνυπολογίζω
—
οπτιμισμός
—
ηπιότητα
—
ψυχολογικός
—
συσσωματώνω
—
περικαρδίτιδα
—
τυρόπηγμα
—
ενεός
—
πίκραμα
—
δίκιο
—
ευπρόσιτος
—
αποσκοπώ
—
καρναβαλιστής
—
σαρκοβόρος
—
μολυβδουργία
—
βελονιάζω
—
ακούρνιαστος
—
χάση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω