🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βουρκοτόπι
βουρκοτόπι
το
болотистая местность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
болотистая местность
? —
βουρκοτόπι
как с
(ново)греческого
переводится слово
βουρκοτόπι
? — болотистая местность
#
(ново)греческий словарь
—
αβδελλιάζω
—
νυχτιάτικος
—
ατσίμπητος
—
σίφουνας
—
συμβολικός
—
μικρογράφος
—
φάκελος
—
απορροφάω
—
αναβολεύς
—
στοιχειοθετικός
—
αμνημοσύνη
—
ακοκκίνιστος
—
παραδοξολόγος
—
αναπαή
—
ατραυμάτιστος
—
αιτιατό
—
εφημεριδοποιός
—
ένουρος
—
αποσβολώνω
—
εύρημα
—
ασίγητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω