🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μερσίνη
μερσίνη
η
мирт, миртовое дерево
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мирт
? —
μερσίνη
как на
(ново)греческом
будет слово
миртовое дерево
? —
μερσίνη
как с
(ново)греческого
переводится слово
μερσίνη
? — мирт, миртовое дерево
#
(ново)греческий словарь
—
αλληλεπίδραση
—
θυελλώδης
—
εξηκονταετής
—
αλλοιώνω
—
περισσότερον
—
εξαναγκαστικός
—
βοτρυοειδής
—
αδύνατος
—
φτωχοκάλυβο
—
μυδράλλιο
—
δράττομαι
—
καρκινοβατώ
—
αβύζαγος
—
αυτοδιαφήμιση
—
εικοσαπλάσιος
—
βάμμα
—
λιποθυμισμένος
—
κοντυλομάχαιρο
—
κανταδόρικος
—
αρτόκρεας
—
μηχανιστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω