🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σιρόκος
σιρόκ|ος
ο мор.
сирокко
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сирокко
? —
σιρόκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιρόκος
? — сирокко
#
(ново)греческий словарь
—
κακοπαθής
—
αναρχομαλάκας
—
υπερώριμος
—
απεράτωτος
—
στρίγγλικος
—
καταρώμαι
—
ναύλωμα
—
μηλοβολάω
—
φαρυγγόσπασμος
—
παρονομαστής
—
ανακάθημαι
—
ταυτοποίηση
—
ολοένα
—
πόλις
—
διαφανοσκόπηση
—
σημάδι
—
προσήλιος
—
χοχλακώ
—
βλεννόρροια
—
αμφιπάτριος
—
αποκοίμιμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω