🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταυροθολοκτισμένος
σταυροθολοκτισμέν|ος
имеющий крестовый свод
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
имеющий крестовый свод
? —
σταυροθολοκτισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταυροθολοκτισμένος
? — имеющий крестовый свод
#
(ново)греческий словарь
—
αλισιβερίσι
—
εξάλειψη
—
γλυκοθύμητος
—
συλλοβόγριφος
—
ενόρκως
—
θερμομονωτικός
—
νοσηρός
—
ξεραίνομαι
—
απροσωπία
—
πιλαλάω
—
γεροκουτεντές
—
παραγοντισμός
—
χειροκίνητος
—
κατής
—
περαίωση
—
καρροτσάκι
—
βρωμόνερο
—
ξεγνοιάζω
—
απαφρίζω
—
πεινασμένος
—
προσκοπικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω