🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαπράττω
διαπράττω
1)
совершать
(что-л. дурное);
2) ирон.
кропать
;
~ ποιήματα — кропать стихи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
совершать
? —
διαπράττω
как на
(ново)греческом
будет слово
кропать
? —
διαπράττω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαπράττω
? — совершать, кропать
#
(ново)греческий словарь
—
μουγκρίζω
—
μισοδρομής
—
αυτονομίστρια
—
διάολος
—
ραδιοτηλεγράφημα
—
νυκτοβάτις
—
ενδοσπλάγχνιος
—
χειλαράς
—
εβδομάδα
—
βροντολαλώ
—
μακαρονάδικο
—
ξάντρια
—
εμβρίθεια
—
αμήν
—
μαστουρεμένος
—
κλειδοκυμβαλιστής
—
σουραύλι
—
σούφρωμα
—
αβόγγητος
—
κόμβος
—
γεωδαισία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω