🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ματοτσίνουρο
ματοτσίνουρο
το
ресница
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ресница
? —
ματοτσίνουρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ματοτσίνουρο
? — ресница
#
(ново)греческий словарь
—
ανίχνευτος
—
πανηγυριστής
—
χαρτοβιβλιοπωλείο
—
διαλυτήριο
—
πρέμνο
—
ορατός
—
δεκαήμερο
—
δρεπανίστρια
—
γινόμενο
—
ιχθυαγορά
—
ετοιμοφόρτοτος
—
κομπανία
—
έγνων
—
εξίτηλος
—
στερνήσιος
—
αμπώχνω
—
αποθησαυρισμένος
—
πονώ
—
καταναλώτρια
—
ορφανοτροφείο
—
καταλαγιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω