🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγιωτικός
αγιωτικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγιωτικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ζωοτόκος
—
κάτοικας
—
σύμμειξη
—
καρκινογόνος
—
πρωθύστερα
—
βελόνη
—
ανερευνώ
—
πλοίου
—
κόσκινο
—
τσουκάνα
—
υπερδισύλλαβος
—
οικοδομημένος
—
καλλιγράφος
—
πλευροπνευμονία
—
προαναφέρω
—
λύνω
—
ακροδεσιά
—
ψυχοσύσταση
—
γοργοκαβαλλάρης
—
δηλαδή
—
αγριωπός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω