🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκαφτικός
σκαφτικός
землеройный
;
~ή μηχανή — землеройная машина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
землеройный
? —
σκαφτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκαφτικός
? — землеройный
#
(ново)греческий словарь
—
μουρντάρεμα
—
προμηθεύομαι
—
υψηποδισμός
—
μεταλλευτική
—
φθογγογραφία
—
κουρελιάρικο
—
βιοπορισμός
—
ασκούργιαστος
—
αλυκή
—
δρώπικας
—
βρασμός
—
οδοιπορώ
—
ξηραντικός
—
κομπέρ
—
προσευκτήριον
—
άγλυκος
—
συρμακέσης
—
χορδή
—
ρεφούζιο
—
ξυλαράκι
—
στρουθοκαμηλισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω