🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαλόσσα
γαλόσσα
η 1)
галоша
;
2)
деревянный башмак
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
галоша
? —
γαλόσσα
как на
(ново)греческом
будет слово
деревянный башмак
? —
γαλόσσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαλόσσα
? — галоша, деревянный башмак
#
(ново)греческий словарь
—
αφθαρσία
—
τριάδα
—
αφωμοιωματικός
—
λεμονόκουπα
—
μέτρος
—
κουρμπάτσι
—
εγγύς
—
αρσανάς
—
κάτωχρος
—
αποστάκτης
—
γαλιφιά
—
εικονογράφηση
—
βατσινάρω
—
αφενάκιστος
—
παρατηρητικά
—
καμπυλώνω
—
λεπροκομείο
—
συνέντευξη
—
νεφοσκεπής
—
μονολεκτικός
—
αθωότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω