🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζευγαριάζω
ζευγαριάζω
соединять попарно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
соединять попарно
? —
ζευγαριάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζευγαριάζω
? — соединять попарно
#
(ново)греческий словарь
—
δορόκτητος
—
γυναικοκαυγάς
—
σωφρονιστήρας
—
πτερόεις
—
εκδηλωτικά
—
σύριος
—
αγάλι
—
δακτυλογραφώ
—
γαριφαλιά
—
κατάπηγμα
—
απίστευτος
—
λουκουματζής
—
υπηρετώ
—
κρετσέντο
—
εβραιοσύνη
—
αποχεριού
—
πλατύρρινος
—
γιουρντάνι
—
αθωράκίστος
—
σπουδαιότητα
—
αδελφομίκτις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω