🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονώνυχος
μονώνυχ|ος
зоол.
непарнокопытный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
непарнокопытный
? —
μονώνυχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονώνυχος
? — непарнокопытный
#
(ново)греческий словарь
—
εφτάκοιλο
—
επαναδραστηριοποιώ
—
φτωχομάννα
—
μακροκατοληξία
—
βουκεφάλης
—
γατονουρά
—
καμπύλη
—
γλυκοκοιτώ
—
τυμπανοκρούστης
—
ρικνούμαι
—
εύθικτος
—
ειμή
—
αρακάς
—
ασωτεμένος
—
βρέμα
—
πτύον
—
χάμόγελο
—
ξεχύνομαι
—
μετέωρο
—
σκοταδιστής
—
ζοχάρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω