🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υποδένω
υποδένω
(αορ. υπέδεσα и υπέδησα)
обувать, обеспечивать обувью
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обувать
? —
υποδένω
как на
(ново)греческом
будет слово
обеспечивать обувью
? —
υποδένω
как с
(ново)греческого
переводится слово
υποδένω
? — обувать, обеспечивать обувью
#
(ново)греческий словарь
—
εξισωτικός
—
τιθασσευστής
—
σιδηρουργός
—
κλινοθερμαντήρας
—
διαλυτικός
—
κρυολογώ
—
βουνί
—
ησυχαστικός
—
ασυντάρακτος
—
γλυγούδι
—
ήμεσα
—
καγχάζω
—
ακουστικότητα
—
πνευματομάχοι
—
εσβεσα
—
υποδαυλισμένος
—
σιναπάλευρο
—
αποστρατιωτικοποιημένος
—
γκλιγκλίζω
—
ατοιχοκόλλητος
—
γαλαξίδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω