🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νέο
νέο
το
новость
;
τά νέα — новости
;
τί νέα (έχουμε); — [phrase]что нового?[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
новость
? —
νέο
как с
(ново)греческого
переводится слово
νέο
? — новость
#
(ново)греческий словарь
—
πολύ
—
ανεμίδα
—
ανακεφαλαιώνω
—
ρούσικα
—
κοντοπίθαρος
—
αντίρροπο
—
υδροτροπισμός
—
αβλεπτώ
—
Κλειώ
—
καταπληξία
—
λωβιάζω
—
συγκεντροποιώ
—
περιτραχήλιον
—
μπιστοσύνη
—
κατουροκούμαρο
—
λάκα
—
χαλώ
—
μετακομιστικός
—
τύπωση
—
στροφός
—
καψώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω