🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανατολίτης
ανατολίτης
пришедший из стран Ближнего и Среднего Востока; тот, кто живет в этих странах
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανατολίτης
? —
#
(ново)греческий словарь
—
καταδύομαι
—
ακρωμίς
—
καναρινί
—
κρύπτομαι
—
δάχτυλας
—
σαβουράτος
—
αναπηνιστήριον
—
ασυνηθησιά
—
ποιηματάκι
—
σαρανταήμερο
—
μικροφυτικός
—
πνευματικά
—
Ουκρανία
—
ημιχρόνιο
—
γλυκοκοιτάω
—
Δαίδαλος
—
επιθεώρηση
—
λατόμηση
—
αιμοπυόρροια
—
άφτρα
—
πυγμάχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω