🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φυρί-φυρί
φυρί-φυρί
настойчиво, упорно
;
===
πάει ~ γιά καυγά — [phrase]она не успокоится, пока не доведёт до ссоры [/phrase] (драки)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
настойчиво
? —
φυρί-φυρί
как на
(ново)греческом
будет слово
упорно
? —
φυρί-φυρί
как с
(ново)греческого
переводится слово
φυρί-φυρί
? — настойчиво, упорно
#
(ново)греческий словарь
—
γυμνάσιο
—
φάλκο
—
σιγουράρισμα
—
γυναικοφιλία
—
τοσάκις
—
εγγάστρωμα
—
στειράδι
—
μάρτης
—
μεταλλοειδικός
—
ανεπιτήδευτος
—
μεσπιλιά
—
διάκριτος
—
ανακτομισθία
—
πλυντήριο
—
γωνιομετρικός
—
μαστρολογώ
—
επόχλευσις
—
κατατριβή
—
χολικός
—
κλεφτότοπος
—
γυναικάδελφη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω