🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βαθιοκοίμητος
βαθιοκοίμητ|ος
спящий глубоким сном
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спящий глубоким сном
? —
βαθιοκοίμητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βαθιοκοίμητος
? — спящий глубоким сном
#
(ново)греческий словарь
—
κώλωμα
—
ηλεκτροφωταύγεια
—
μισερεύω
—
πινακίδα
—
εντομολόγος
—
θερμοδόχη
—
αποδεικνύομαι
—
εξωγαμία
—
έοικα
—
δραχμοσυντήρητος
—
λευκωματίνη
—
φαυλοκράτης
—
ζευκτός
—
νεανικότητα
—
γυναικοκρατία
—
μονομιάς
—
απιδίτης
—
μεμβρανώδης
—
λινομπάμπακος
—
αντιπαραλληλίζω
—
ευχρηστία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω