🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρυμουλκούμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
καμφορικός
—
κατοστάρικο
—
παγωμάρα
—
καναδικός
—
εξάμβλωμα
—
δερματίνη
—
άμμος
—
χωροστάθμη
—
στέγνωμα
—
αψυχιά
—
ριζοφυία
—
αξεφλούδιαστος
—
συργουλεύω
—
αρμαθιάζω
—
ανεγκεφαλία
—
αλεύκαστος
—
εμβολάς
—
γυροβολιάζω
—
ανάπαιστος
—
φεβρουαριάτικος
—
οινεμπόριο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω