🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παμμακάριστος
παμμακάριστ|ος
церк.
блаженнейший
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
блаженнейший
? —
παμμακάριστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
παμμακάριστος
? — блаженнейший
#
(ново)греческий словарь
—
ραδιοναυτιλιακός
—
χαλκόδετος
—
μονοπόρτι
—
μικρομύκης
—
εκμισθώτρια
—
ρομάντζο
—
Φεβρουάλια
—
ταχυδακτυλουργός
—
ψησταριά
—
εικονοκλασία
—
μειονοψηφώ
—
κρετινισμός
—
λιανοπούλημα
—
παντοφλάδικο
—
αγκυροειδής
—
νοικάτορας
—
υγειονόμος
—
χαζίρι
—
απαλλαγή
—
μακαρονάδικο
—
υδρογονούχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω