🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παρατσούκλι
παρατσούκλι
το
прозвище, кличка
;
βγάζω κάποιου ~ — дать прозвище кому-л.
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прозвище
? —
παρατσούκλι
как на
(ново)греческом
будет слово
кличка
? —
παρατσούκλι
как с
(ново)греческого
переводится слово
παρατσούκλι
? — прозвище, кличка
#
(ново)греческий словарь
—
αλισβερίσι
—
παπαγάλος
—
κοιμούμαι
—
ωφελώ
—
ακύρωση
—
θήλεια
—
ξενοδόχα
—
αδιερεύνητος
—
αλυγισία
—
ψαύση
—
ανεύρετος
—
καπνοπώλισσα
—
εχινόκοκκος
—
σαγρές
—
αγροκαλλιέργεια
—
παράσιτος
—
οχτάωρο
—
γιγνώσκομαι
—
ανεξευμένιστος
—
χαράκτηρίζω
—
ναρκισσεύομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω