🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντασφαλίζω
αντασφαλίζω
перестраховывать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
перестраховывать
? —
αντασφαλίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντασφαλίζω
? — перестраховывать
#
(ново)греческий словарь
—
βροχομετρικός
—
συμπλοιοκτησία
—
ζερβόδεξα
—
λαίλαψ
—
εξερευνώ
—
τσαμπουκαλίδικα
—
ρολόϊ
—
απογεματινά
—
διατακτική
—
χιλιμιντράω
—
δαφνόκουκκο
—
σβάστική
—
πιλαλάω
—
αποσμβουλεύω
—
γιορντανάτος
—
προωστήρ
—
πολυγυνία
—
τυρόπηγμα
—
βουλώνω
—
συναρπαστικός
—
σύρ'τα-φέρ'τα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω