🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εμμετρωπία
εμμετρωπία
η мед.
нормальное зрение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нормальное зрение
? —
εμμετρωπία
как с
(ново)греческого
переводится слово
εμμετρωπία
? — нормальное зрение
#
(ново)греческий словарь
—
σκαρταδούρα
—
ανελκυστήρας
—
ευαγής
—
βαζελίνη
—
ξεσκούφωμα
—
αδιαχείριστος
—
στοιβαχτός
—
μυροποιία
—
γοβάκι
—
πιδέξιο
—
ρεβεγιόν
—
αμφιρρέπεια
—
ξεκούμπωτος
—
αναγνωριστικά
—
ληξιαρχείο
—
ζήση
—
ινίο
—
μεταφορέας
—
θαλαμάρχης
—
απριόνιστος
—
κατοπτρίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω